Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

Μαλακαστηκαμε

Photobucket

Στη Γερμανία, που δεν φημίζεται για χώρα χωρίς καλοκουρδισμένο κράτος, αν γλιστρήσεις στο χιόνι και σπάσεις το πόδι σου έξω από σπίτι ή μαγαζί, ο ιδιοκτήτης σε αποζημιώνει χωρίς δεύτερη κουβέντα με τουλάχιστον 6।000 ευρώ. Τόσο κοστίζει η μήνυση που του κάνεις γιατί δεν καθάρισε το πεζοδρόμιο και το δρόμο του.

Στη Γερμανία, βέβαια, οι άνθρωποι είναι ακόμα σε άγρια κατάσταση και μπανάλ. Δεν έχουν υπηρετικό προσωπικό και πηγαίνουν στο σχολείο και στις δουλειές τους ακόμα με τα πόδια όταν το χιόνι έχει σκεπάσει και τον τελευταίο κωλόδρομο. Πραγματική φρίκη.

Δεν είναι τυχαίο, ίσως, το γεγονός ότι μ' αυτή τη νοοτροπία υποχρέωναν κόσμο και κοσμάκη στην Κατοχή να δουλεύει ασταμάτητα στα τάγματα εργασίας με περισσή σκληρότητα.

Το αποκορύφωμα της βαρβαρότητας αυτού του λαού, αλλά και άλλων γειτονικών, όπως η Αυστριακοί, οι Ελβετοί, οι Σκανδιναβοί είναι ότι, ενώ έχουν όλο τον τεχνικό εξοπλισμό για να καθαρίζουν μέχρι και την τελευταία νιφάδα χιονιού, δεν περιμένουν τα μηχανήματα.

Βγάζουν τα φτυάρια από τις αποθήκες τους και με τα χέρια καθαρίζουν τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, ενώ ταυτόχρονα ρίχνουνε και ζεστό νερό για να λιώνει ο πάγος.

Θα μου πεις, στην Ελλάδα δεν έχουμε αποθήκες. Τις νοικιάζουμε για 500 ευρώ το μήνα στους Φιλιππινέζους, που είναι πλούσιοι. Εντάξει. Μπορούμε να πάρουμε μια επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση για την καταστροφή μισού εκατομμυρίου φίκων μπέντζαμιν στα μπαλκόνια από το χιονιά και μ' αυτήν να φτιάξουμε νέες αποθήκες για να τις νοικιάσουμε 600 ευρώ στους Αλβανούς. Επειδή θα 'ναι καινούργιες.

Και τα φτυάρια; Τα φτυάρια, χρυσή μου, τα χρησιμοποιούν μόνο κάτι βάρβαροι χειρώνακτες Βορειοευρωπαίοι για τα χιόνια. Εμείς τα χρησιμοποιούμε μόνο για να θάψουμε κανένα φίλο, κανένα συγγενή, κανένα γείτονα, κανέναν γκόμενο, πίσω από την πλάτη τους πάντα.

Αντε και κανέναν υπουργό, κανένα δήμαρχο, που δεν έρχεται να πλύνει το Τσερόκι που γέμισε χιόνια. Οι ανίκανοι.

Υπάρχει πάντα ένα κρίσιμο φιλοσοφικό ερώτημα στον αέρα: Γιατί ζει ο άνθρωπος; Θέλω να πω, ζει για να δουλεύει ή ζει για να ευχαριστιέται όσο πιο πολύ γίνεται τη ζωή;

Είναι φανερό ότι οι βάρβαροι λαοί, που έτσι και τους πεις ότι δεν πας σήμερα δουλειά γιατί έχεις πυρετό, σου στέλνουν το γιατρό στο σπίτι, δεν ξέρουν να ζουν.

Κατ' αρχήν έχουν πάντα συγκοινωνία, βρέξει-χιονίσει. Μεγάλη ταλαιπωρία. Για τους οδηγούς των λεωφορείων και των τραμ.

Μετά, οι υπάλληλοι στις υπηρεσίες είναι πίσω από τα γραφεία τους, βρέξει-χιονίσει, με αποτέλεσμα να μην τολμάς να πεις ότι δεν το 'χεις το δίπλωμα, γιατί ήταν κλειστό απ' το χιονιά το ΚΕΠ. Ασε που το ΚΕΠ δεν κλείνει ποτέ. Λειτουργεί με τους βάρβαρους κανόνες της βόρειας Ευρώπης, που είναι εκεί για να εξυπηρετούν τους πολίτες. Μεγάλη ταλαιπωρία. Για όλους τους υπαλλήλους δημοτικού, δημόσιου και ιδιωτικού.

Το αποκορύφωμα της αγριότητας είναι που στην Ισπανία, ας πούμε, αλλά και στην Ολλανδία και αλλού δεν βρίζεται ο κόσμος στις υπηρεσίες, στις τράπεζες, στα νοσοκομεία, όπου υπάρχουν ουρές και παρέχονται υπηρεσίες. Είναι μια κατάσταση άνευρη, χωρίς ίχνος ζωντάνιας, πάθους και αντίδρασης. Μια πραγματική ισοπέδωση για τους πολίτες.

Ολα αυτά τα δεινά τα περνάνε οι ξένοι λαοί από την εμμονή τους να δουλεύουν. Βαυκαλίζονται με την εντύπωση -μια ανώμαλη θεωρία του Διαφωτισμού- ότι άμα οι άνθρωποι δουλεύουν σαν κοινωνικό σύνολο, μια και μαζεύτηκαν σε πόλεις, διευκολύνουν ο ένας τη ζωή του άλλου και περνάνε καλύτερα όλοι μαζί.

Δεν έχουν τη δική μας ιστορική πείρα, που δείχνει ότι ό,τι και να κάνεις, δυο μέτρα γης σε περιμένει και μια και σε περιμένει, η ζωή είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας.

Ενδεχομένως, γι' αυτό και είναι μονίμως κατειλημμένος από τους κάθε λογής βαρβάρους ο κώλος μας. Εγχώριους και ξένους.

Συνήθως η υστερία, η ανοργανωσιά, η έλλειψη υπηρεσιών, η διάλυση της ζωής μιας κοινωνίας προέρχεται επειδή δεν υπάρχει κράτος. Εδώ προέρχεται επειδή δεν υπάρχουν πολίτες.

Μ' αρέσει που σκληρίζουν αγανακτισμένοι όλοι αυτοί, που είχανε διακοπές ρεύματος, οι μισοί από τους οποίους έχουν σπρώξει συγγενείς και φίλους, με δόντια, βύσματα και μέσα να προσληφθούν στη ΔΕΗ και τις άλλες υπηρεσίες δημόσιου συμφέροντος, όχι επειδή έχουν τα προσόντα, αλλά για να βρει μια θεσούλα το παιδί, να έχει τη σιγουριά και τα προνόμια της συντεχνίας.

Αλλά το ρεύμα, το νερό, την αποχέτευση, το τρένο, το λεωφορείο, το νοσοκομείο, τη σύνταξή του, την εφορία, το δικαστή, τον τροχονόμο, τα εκχιονιστικά του δήμου και τα σκουπιδιαρέικα τα θέλει να δουλεύουνε ρολόι. Τα απαιτεί.

Με υπαλλήλους, διευθυντές και προϊστάμενους της ήσσονος προσπάθειας και των μικρότερων δυνατών απαιτήσεων!

Ρε δε μας χέζεις ελληνάρα.

Αυτό το αποκλεισμένοι από τα χιόνια δεν το κατάλαβα. Αποκλεισμένοι από κα 'να μπαράκι; Από το Mall; Από την επιστροφή στην επάρατο εργασία;

Και κοίτα μη γλιστρήσει και πέσει ο κανακάρης ή η κοκόνα σου κι ανοίξουνε κανένα κεφάλι, γιατί μπορεί να μάθουν ότι επιζούν και χωρίς να έχουν ανάγκη την υπερπροστασία σου, και τι θα γίνεις.

Αν καταλάβουν πως το σημαντικότερο δεν είναι να είσαι μάνα ή πατέρας. Αυτό είναι ό,τι πιο φυσικό, πρωτόγονα ζωώδες. Το κάνει και το φίδι.

Αν καταλάβουν πως το σημαντικότερο είναι να τους χτίσεις έτσι, που να μη σ' έχουνε ανάγκη.

Να 'ναι γεμάτοι επειδή υπήρξες.

Δεν ανέβαινε το τζιπ την Κηφισίας ε; Ρε γαμώτο! Ρόδες είχες βάλει;

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Μμε ή Μπεε

Photobucket

Είναι καιρός που δίπλα στην πολιτική και την πλουτοκρατία πρωταγωνιστεί ένα κομμάτι της λεγόμενης τέταρτης εξουσίας, της λεγόμενης δημοσιογραφίας, το οποίο όχι μόνο συναγελάζεται με τις δύο αυτές εξουσίες, αλλά και παίρνει μέρος είτε στη λήψη αποφάσεων της εξουσίας, είτε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων, είτε στην υπηρεσία στενών κομματικών σκοπιμοτήτων।

Η ανάμειξη δημοσιογράφων στα πιο πάνω αλισβερίσια δεν είναι νέα. Ηδη από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Παπανδρέου επώνυμες πένες αναμείχθηκαν στα παιχνίδια της εξουσίας, παρασκηνιακά πάντα και συνήθως σαν τα μακριά χέρια εκδοτικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων ή φίλων. Ετσι, κύλησε ο εναγκαλισμός μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίυτευσης, μέχρι και την απελευθέρωση της αγοράς του χρήματος από τη στενή κάστα, που ως το 1981 μοίραζε το παιχνίδι, χωρίς κλυδωνισμούς, στα ολιγάριθμα μέλη της.

Είναι καιρός, όμως, που δίπλα στη νέα πολιτική και τη νέα πλουτοκρατία ανθεί ένα κομμάτι της τέταρτης εξουσίας, που ενώ εμφανίζεται σαν δημοσιογραφία, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί το προσωπείο της δημοσιογραφίας για να αντλεί χρήμα και εξουσία από τη συνύπαρξη της με την πλουτοκρατία και τη νέα, περιέργως, ανθηρή οικονομικά πολιτική ελίτ.

Περιέργως, γιατί άνθρωποι που μπήκαν στο Κοινοβούλιο είτε χρεωμένοι είτε μικρομεσαίοι, βρέθηκαν με περιουσία χωρίς ποτέ κανείς εισαγγελέας και καμία επιτροπή της Βουλής να ελέγξει το πόθεν, καλυπτόμενη πίσω από ένα κοροϊδευτικό έσχες, που βγάζει στον κάθε νοήμονα και στον λαό τη γλώσσα.

Η διαφορά της νέας αυτής τάξης των δημοσιογραφούντων με την παλαιότερη δεν είναι τόσο στο χρήμα ή στην εξουσία που αντλούν. Η διαφορά είναι ότι εργάζονται για την πολιτική και την πλουτοκρατία, και πρωταγωνιστούν. Ακριβώς όπως οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες.

Αυτή η διαφορά, όμως, είναι και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της δημοσιογραφίας και της ελεγχόμενης εξουσίας. Δηλαδή, μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών κόσμων.

Είναι σαφές ότι αυτή η νέα τάξη δημοσιογραφούντων, που συζεί και τρέφεται από τη συνύπαρξη με την πολιτική και το χρήμα, δεν ανήκει στη δημοσιογραφία. Δεν ασκεί δημοσιογραφία. Λερώνει το όνομα της δημοσιογραφίας στη συνείδηση του κόσμου. Και το χειρότερο: Δεν εργάζεται για τη δημοσιογραφία.

Η δημοσιογραφία μεταδίδει στον λαό γεγονότα, δεν παράγει γεγονότα.

Η δημοσιογραφία ερευνά την πολιτική και οικονομική εξουσία για να πληροφορεί τον λαό. Οχι για να του αποκρύπτει.

Η δημοσιογραφία δεν υπάρχει για τα συμφέροντα των δημοσιογράφων. Υπάρχει για τα συμφέροντα του λαού.

Η δημοσιογραφία δεν συνυπάρχει με την πολιτική και την οικονομία. Χρησιμοποιεί την πολιτική και την οικονομία για να συνυπάρχει με τον λαό.

Η δημοσιογραφία δεν έχει δική της φωνή, δικά της μάτια, δικά της αυτιά. Η δημοσιογραφία είναι η φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Τα μάτια αυτών που δεν μπορούν να δουν. Τα αυτιά αυτών που δεν μπορούν να ακούσουν.

Η δημοσιογραφία δεν κρίνει και δεν σχολιάζει για να υπηρετεί τον ναρκισσισμό των σχολιαστών, τα συμφέροντα της πολιτικής εξουσίας και τις δουλειές των επιχειρηματιών. Κρίνει και σχολιάζει για να υπηρετεί τον φωτισμό των γεγονότων, την προώθηση των ιδεών, τον εμπλουτισμό της σκέψης.

Η δημοσιογραφία δεν είναι είδηση. Διαχειρίζεται την είδηση. Δεν είναι διασημότητα. Διαχειρίζεται τη διασημότητα των άλλων. Δεν είναι εξουσία. Διαχειρίζεται τις πράξεις και τις επιδιώξεις της εξουσίας.

Η δημοσιογραφία δεν είναι εξουσία. Είναι δουλειά, σκληρή και μέλημα. Και έγνοια. Πέρα και πάνω από κάθε εξουσία. Κανέναν δεν ορίζει. Ορίζεται. Απ' τις ανάγκες του ανθρώπου. Δεν είναι αφέντης κανενός. Είναι υπηρέτης μόνο.

Και είναι μικρομεσαία η δημοσιογραφία σαν τον κοσμο. Δεν είναι μπίζνες και γκλαμουριά. Μπίζνες και γκλαμουριά είναι απάτη.

Τα τελευταία χρόνια, μαγνητισμένοι από τα φώτα της αναγνώρισης, της αίγλης, συχνά σπρωγμένοι από σύνδρομα σωτηριομανίας, ή και πλουτισμού, όλο και πιο πολλοί βλαστοί μπαίνουν στο επάγγελμα, όλο πιο αμόρφωτοι κι ακαλλιέργητοι, δημιουργήματα μιας παιδείας όλο και πιο φτωχής και μιας οικογένειας όλο και πιο κενόδοξης.

Μπαίνουν στο επάγγελμα, σπρωγμένοι από στελέχη όλο πιο ανεπαρκή και ανεκτικά στη μετριότητα. Τέτοια μετριότητα, που τα ίδια τα μέσα πουλάνε στον λαό, βυθίζοντάς τον ακόμα πιο πολύ σε απαιδεψιά.

Δεν είναι η αγραμματοσύνη, που σπέρνουν, το χειρότερο. Ούτε η επιδερμική προσέγγιση και η απουσία γνώσεων στα θέματα που πιάνουν. Είναι η ανεπάρκεια σε αξιοπρέπεια, που όλο και πληθαίνει. Είναι η απουσία προτύπων και η αναγνώριση της γελοιότητας ως αυθεντίας. Είναι το σόου, οι πηχυαίοι τίτλοι, ο εξυπνακισμός και ο φτηνός λαϊκισμός, που εξορίζουν την ουσία των πραγμάτων.

Είναι η απουσία δασκάλων να σηκώσουν τον δημοσιογράφο απ' το γονάτισμα στην κάθε εξουσία και να του εμφυσήσουν τη δύναμη που (θα 'πρεπε να) έχει:

Οταν τα κόμματα, οι αρχηγοί, πρωθυπουργοί, πρόεδροι, επιχειρήσεις, βουλευτές, αξιωματούχοι, σύμβουλοι, παρατρεχάμενοι έρχονται και παρέρχονται, συχνά χωρίς να τους θυμάται ούτε η ίδια η μάνα τους, ο δημοσιογράφος μένει εκεί. Δουλεύει ακόμα. Υπάρχει. Ελέγχει. Κι αυτοί περνούν και χάνονται. Αυτή είν' η δύναμή του.

Αυτή είν' η δύναμη του Τύπου, που δεν την ξέρει. Χαμένος μέσ' τις κολεγιές με εφήμερους πρωθυπουργούς και υπουργούς και κόμματα κι επιχειρηματίες, απαξιώνει όχι μονάχα τ' όνομά του και την υπογραφή του, μα την ισχύ της δημοσιογραφίας της ίδιας. Αδυνατίζοντας έτσι την ισχύ ενός λαού να μάθει, να δει, να οδηγηθεί, να εκφραστεί, να προβληματιστεί, να μορφωθεί, να ακούσει. Να πιστέψει.

Δεν είναι εύκολη δουλειά η δημοσιογραφία. Και, κυρίως, δεν είναι υπαλληλίκι. Εχει να παλαίψει με πολλά θηρία για να γίνει δημοσιογραφία. Για να γεννηθεί κάθε μέρα και να αποδοθεί στο κοινό σαν δημοσιογραφία. Και όχι σαν φερέφωνο και σαν καρικατούρα. Σαν το καραγκιοζιλίκι, που πρωταγωνιστεί στο πλείστο της σημερινής της παρουσίας.

Εχει να παλαίψει με τους ιδιοκτήτες, εκδότες της και τις φιλοδοξίες τους. Με τις κυβερνήσεις και την προπαγάνδα τους. Με τα κόμματα και τις σειρήνες τους. Με τους επιχειρηματίες και τις εξαγορές συνειδήσεων. Με τις εργασιακές συντεχνίες και το λαϊκισμό τους. Με την απειλή της δικαιοσύνης και των σωμάτων ασφαλείας.

Και πιο πολύ, έχει να παλαίψει με τον ίδιο της τον εαυτό και τις αδυναμίες του, για να μην υποκύψει σε όλα αυτά. Να παραμείνει ό,τι χρησιμότερο είναι:

Η φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Τα μάτια αυτών που δεν μπορούν να δουν. Και τα αυτιά αυτών που δεν μπορούν να ακούσουν.