Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2010

Η δημοσιογραφια ειναι μια πολυ σοβαρη υποθεση

ΜΕΡΙΚΑ πράγματα μοιάζουν αδιάφορα για τους πολίτες, στην πραγματικότητα όμως όχι απλώς τους αφορούν, αλλά καθορίζουν την καθημερινή τους ζωή.

ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ, για παράδειγμα, ενώ φαίνονται απαξιωμένες μπροστά στην παρουσία της τηλεόρασης και στη διάδοση του Internet, εξακολουθούν και είναι ο υπ' αριθμόν ένα παραγωγός και αναλυτής ειδήσεων, ο υπ' αριθμόν ένα παράγοντας που επηρεάζει την πολιτική και οικονομική σκηνή και ο σχεδόν αποκλειστικός τροφοδότης της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του Internet σε ειδησεογραφικό υλικό.

ΑΔΙΑΨΕΥΣΤΟΣ μάρτυρας οι αργίες και οι απεργίες, οπότε τα ηλεκτρονικά μέσα στερούνται νέων. Οχι επειδή αργούν οι δημοσιογράφοι. Αλλά, επειδή οι δημοσιογράφοι, που παράγουν ειδήσεις, που παράγουν πρωτογενές ρεπορτάζ, που βασανίζουν την περιέργεια και την ανάλυση, βρίσκονται εκεί που υπάρχει χρόνος και κάματος γι' αυτό: Στις εφημερίδες. Οχι εδώ στην Ελλάδα. Παντού στον κόσμο.

ΑΥΤΟΣ είναι και ο λόγος που εκεί όπου η δημοσιογραφία καθοδηγείται και ασκείται από σπουδαγμένους επί τούτου επαγγελματίες και όχι από εμπαιζόμενους φοιτητές ή από «πρακτικούς» -όπως γίνεται στη χώρα μας- οι εφημερίδες ευημερούσαν δίπλα δίπλα με την τηλεόραση, χωρίς να κατρακυλήσει η κυκλοφορία τους, όπως έγινε εδώ με την εμφάνιση της ιδιωτικής Τ.V.

ΑΥΤΟΣ είναι και ο λόγος, που στη Δύση οι κυκλοφορίες στο χαρτί κατρακυλάνε, αλλά ανεβαίνουν θεαματικά οι αναγνώστες των ίδιων εφημερίδων, μέσα στα sites τους.

ΤΕΛΙΚΑ, και αυτό είναι το μυστικό για όσους ασχολούνται πραγματικά με τη δημοσιογραφία, το πιο σημαντικό είναι η σοβαρότητα και η φερεγγυότητα. Η έλλειψή τους καταδικάζεται από τους αναγνώστες στο βάθος του χρόνου και η ύπαρξή τους επιβραβεύεται.

ΤΟ κακό είναι ότι την εμπιστοσύνη τη χάνεις σε ελάχιστο χρόνο και την κερδίζεις σε πολύ.

Ο,ΤΙ συμβαίνει με τις εφημερίδες, αλλά και τα άλλα μέσα, συμβαίνει και με τους δημοσιογράφους σαν άτομα και σαν σύνολα. Ενα μέρος της απαξίωσης των αναγνωστών και τηλεακροατών προς τα Μέσα οφείλεται ακριβώς στη στάση ορισμένων δημοσιογράφων σε συγκεκριμένα θέματα, συγκεκριμένες περιόδους ή και διαρκώς.

ΕΠΕΙΔΗ ακριβώς η καθημερινή ζωή των πολιτών εν πολλοίς εξαρτάται και περνάει μέσα από την πληροφόρηση που σπέρνεται από τον Τύπο.

Ο ΤΥΠΟΣ, με την οπτική του γωνία, δεν ακολουθεί απλώς την εποχή του: Αναπαράγει ήθος και δημιουργεί ήθος. Δημιουργεί πρότυπα πολιτικά και κοινωνικά στην κοινωνία. Δεν αντιπροσωπεύει μόνο κοινωνικές ομάδες, νοοτροπίες και ιδεολογίες. Τις αναπαράγει και προωθεί άλλες.

ΕΑΝ μεν είναι εξαρτημένος από τα πολιτικά, θρησκευτικά, αστυνομικά, δικαστικά, συνδικαλιστικά, οικονομικά κέντρα εξουσίας, αναπαράγει εκείνων τα πρότυπα και τις εντολές.

ΕΑΝ είναι ανεξάρτητος, αναπαράγει τις δικές του αξίες και τις αξίες των πολιτών που τον εμπιστεύονται.

ΕΙΤΕ έτσι είτε αλλιώς, ο Τύπος είναι ο καθοριστικός παράγοντας διάδοσης των πληροφοριών με τις οποίες ζουν σήμερα οι κοινωνίες.

ΑΥΤΟΣ ο ρόλος βρίσκεται σχεδόν πάντα στα χέρια επιχειρηματιών που προσδοκούν άλλα οφέλη από την άσκηση της εξουσίας της δημοσίευσης (ή της απόκρυψης), αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που βρίσκεται και στα χέρια ιδεολόγων, αγωνιστών, πεισματάρηδων ή αμετανόητων επαγγελματιών.

ΤΟ σημαντικό είναι ότι η λειτουργία του αφορά τον καθένα· και καθένας που συμμετέχει στον Τύπο έχει ένα μερίδιο ευθύνης για ό,τι συμβαίνει γύρω του.

ΑΥΤΟΙ και μόνο οι λόγοι που κατέγραψα θα αρκούσαν για να πει κανείς ότι η λειτουργία των ΜΜΕ, και ιδίως της ναυαρχίδας των ΜΜΕ που είναι η εφημερίδες, έχει ανάγκη από μια πολύ υπεύθυνη και πολύ φερέγγυα μεταχείριση. Κυρίως από τους δύο παράγοντες που τις αποτελούν: Τους εκδότες και τους εργαζομένους.

ΣΤΗΝ επαγγελματική μου ζωή εργάστηκα με εκδότες, όπως ο Αχ. Παράσχος, ο Ανδρ. Μοθωνιός, ο Ν. Μεταξάς, ο Αντ. Κρεούζης, ο Νάσος Μπότσης, ο Γ. Μπόμπολας, ο Κίτσος Τεγόπουλος, η Μάνια και η Λένα Τεγοπούλου, για να τα βάλω τα ονόματα με τη σειρά που τους γνώρισα.

ΣΤΙΣ εφημερίδες τους συνέζησα με εκατοντάδες δημοσιογράφους. Επειδή η δουλειά μας για πολλά χρόνια ήταν συμβίωση. Κυρίως, και άσχετα με τις ιδεολογικές ή προσωπικές διαφορές, η δουλειά μας ήταν, όπως θα όφειλε να είναι: Ενα πράγμα: Συλλογική δουλειά δημοσιογράφων. Και άσχετα με τις διαφορές ανάμεσα σε εφημερίδες, οι δημοσιογράφοι ήταν και θα όφειλαν να είναι συγκεντρωμένοι, προσηλωμένοι, δυνατοί, στο σπίτι τους. Σπίτι τους, εκτός από τις εφημερίδες τους, είναι το κοινό τους συμφέρον: Η Ενωση Συντακτών.

ΕΝΩ, λοιπόν, η κοινωνία απαιτεί όλο και πιο σοβαρή και όλο και πιο φερέγγυα παρουσία των δημοσιογράφων στα καθημερινά, τα λίγα τελευταία χρόνια όλο και πιο πολύ, τα προσωπικά και παραταξιακά κίνητρα δυναμιτίζουν την ισχύ της Ενωσης Συντακτών. Αλλοτε από τη μειοψηφία και άλλοτε από την πλειοψηφία των διοικητικών της συμβουλίων.

ΣΕ μια εποχή μάλιστα, που κάθε εργασιακή συνθήκη απειλείται με κατάρρευση και κάθε κατακτημένο δικαίωμα ποδοπατιέται, οι δημοσιογράφοι αντί να συσπειρώνονται για να μπορέσουν να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητοι, ώστε να σταθούν σοβαροί και φερέγγυοι για τον λαό, οδηγούνται σε διάλυση. Με ευθύνη των ίδιων των εκπροσώπων τους!

ΤΟ πρώτο κρούσμα ήρθε με την απεργία που εξαγγέλθηκε το φθινόπωρο και η οποία ματαιώθηκε, αφού πρώτα σε δύο μεγάλες εφημερίδες, «Νέα» και «Εθνος», η πλειοψηφία με κάλπη ψήφισε κατά της κινητοποίησης στα «μαγαζιά τους», θεωρώντας ότι έτσι υπερασπίζεται καλύτερα τα εργασιακά της συμφέροντα.

ΤΟ δεύτερο κρούσμα ήρθε πριν από τρεις εβδομάδες, όταν η πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, υπαναχωρώντας από τις έγγραφες δεσμεύσεις του, αρνήθηκε να υπογράψει συλλογική σύμβαση με την εκδότρια της «Ε» Μάνια Τεγοπούλου, που την είχε δεχτεί. Ταυτόχρονα αρνήθηκε να κηρύξει απεργία αποκλειστικά και μόνο στα συγκροτήματα, των οποίων οι εκδότες αρνούνταν να υπογράψουν τη σύμβαση (Καθημερινή, Πήγασος και ΔΟΛ), βάζοντας έτσι σε κίνδυνο τη φήμη και το ταμείο όλων των άλλων εφημερίδων αδιακρίτως!

ΤΟ χειρότερο, για να ικανοποιήσει τα μεγάλα συγκροτήματα, ανέχτηκε να κυκλοφορήσουν όλα τα φύλλα τις μέρες της απεργίας ως προκατασκευασμένα!

ΟΙ συντάκτες και οι άλλοι εργαζόμενοι για την «Ε» και την «Κ.Ε.» αρνήθηκαν να πάρουν μέρος σ' αυτή την κοροϊδία, αποφασίζοντας σχεδόν ομόφωνα να παραμείνουν δημοσιογράφοι μιας Ενωσης Συντακτών και μιας εφημερίδας που σέβεται και τιμά την ιστορία της και το ρόλο της.

ΤΟ αποκορύφωμα, όμως, ήρθε την περασμένη εβδομάδα με μια ανακοίνωση της Ενωσης Ιδιοκτητών (στην οποία δεν ανήκει η «Χ.Κ. Τεγόπουλος»), η οποία καθόριζε τις μέρες έκδοσης των εφημερίδων την περίοδο των γιορτών, όπως συνηθίζεται όσα χρόνια, τουλάχιστον, ο υποφαινόμενος εργάζεται. Ακολούθησε ταυτόσημη ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ, όπως πάντα.

ΟΙ ημερομηνίες αυτές δεν είχαν καμιά σχέση με εκείνες που τελικά εκδόθηκαν οι εφημερίδες των Χριστουγέννων, με ευθύνη της ίδιας της Ενωσης Ιδιοκτητών. Χωρίς η Ενωση Συντακτών να παρέμβει, πληροφορήσει, διευκολύνει τους συντάκτες σε όλες τις εφημερίδες, που τελικά πελαγοδρόμησαν απίστευτα και έμειναν ακάλυπτοι από την Ενωσή τους. Η οποία για μια ακόμη φορά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα απαξιώθηκε στη συνείδησή τους. Με ευθύνη της.

ΟΠΩΣ έγραψα και στην αρχή, η δημοσιογραφία, και μάλιστα η έντυπη, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για την καθημερινή ζωή των πολιτών.

ΓΙΑΥΤΟ σήμερα έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να είναι ισχυρή και φερέγγυα. Επειδή και η ποιότητα ζωής του λαού απειλείται και πρέπει να υπάρχουν βήματα να τον υπερασπιστούν, αλλά επειδή και τα επιχειρηματικά συγκροτήματα απειλούν τη δημοσιογραφία, απαξιώνοντάς την, στην προσπάθειά τους να κάνουν «αιματηρές οικονομίες».

Σ' ΑΥΤΕΣ τις συνθήκες, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο Τύπος είναι μια Ενωση Συντακτών απαξιωμένη στα μάτια των δημοσιογράφων, άτολμη με τους ισχυρούς και απούσα από τα καθημερινά προβλήματα του κλάδου.

Η ΕΥΘΥΝΗ όλων των δημοσιογράφων είναι μεγάλη. Γιατί αυτοί είναι η Ενωση, και αυτούς καθρεφτίζει. Καιρός να τη δουν σοβαρά. Γιατί αλλιώς θα δουν τα ακόμα πιο σοβαρά δεινά ενός κλάδου αποδυναμωμένου και απολύτως υποχείριου. Αυτό θέλουν;

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 20, 2010

Οι αναισθητοι

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΑ χθες, μέσα στην εκκλησία, το πλήθος του κόσμου, που είχε έρθει για την κανονική λειτουργία της Κυριακής, να στοιχίζεται στο τέλος αργά, σε μια μακρά ουρά, όπου ένα μέρος μεταλάβαινε και ένα άλλο, το πιο μεγάλο, έπαιρνε τα πρόσφορα από ένα ασημένιο σκεύος, στη μέση του ιερού.
ΟΛΟΙ αυτοί οι άνθρωποι, στη συντριπτική τους πλειονότητα συνταξιούχοι, φανερά πρώην εργάτες και υπάλληλοι μιας αγροτικής καταβολής, που έγιναν μικροαστοί, προχωρούσαν προσεκτικά μη σκοντάψουν, κοιτάζοντας κάτω, όπως κάνουν οι μεγάλης ηλικίας άνθρωποι.

ΑΛΛΑ, κοιτάζοντας κάτω, δεν μπορούσες να αποφύγεις τον συνειρμό, να δεις ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι αδύναμοι, μέσα στα αξιοπρεπή, φτηνά, μα όχι φτηνιάρικα ρούχα τους είναι εκείνοι, που άρπαξε το αδιάντροπο χέρι του κυβερνήτη για να διασώσει τη χαμένη τιμή των ελλειμμάτων του κράτους. Κόβοντάς τους συντάξεις και επιδόματα προκειμένου να μαζέψει απ' αυτούς τα «μαζί τα φάγαμε» του κάθε αναίσθητου διαχειριστή εξουσίας.

ΑΥΤΟΙ, λοιπόν, οι άνθρωποι, που αρκετοί έμπαιναν στην ουρά για να πάρουν απλώς ένα κομμάτι ψωμί, το πρόσφορο, και άλλοι για να πάρουν ένα κομμάτι ελπίδας, την κοινωνία, είναι εκείνοι που θα πληρώσουν με τις συντάξεις τους και με τα επιδόματά τους τα αχόρταγα στομάχια όλων των κηφήνων της εξουσίας και των επηρμένων της εξουσίας και των καβαλημένων της εξουσίας, που φροντίζουν για τις παχυλές τους συντάξεις και τα επιδόματά τους, γδύνοντας απ' αυτά τους παππούδες τους και τις γιαγιάδες τους. Οι αναίσθητοι.

ΑΛΛΑ γύρω απ' αυτούς τους παππούδες και τις γιαγιάδες περίσσευαν τα απαστράπτοντα αντικείμενα των ναών και τα παγκάρια και τα δωρήματα και τα αρπάγματα από ένα ολόκληρο εμπόριο θεών και αγίων και δοξασιών. Στηριγμένο πάνω σε αρχέγονους φόβους και ατέλειες, όχι μόνο των γερόντων, αλλά του κόσμου σύμπαντος.

ΑΥΤΟΙ όλοι οι στοιχισμένοι για ένα αντίδωρο και μια κοινωνία, όπως και οι άλλοι που απλώς ήταν παρόντες, μετείχαν σ' ένα άλλο δούναι-λαβείν, πανάρχαιο, από καταβολής ανθρώπου. Οπου ένα άλλο μνημόνιο παίζεται, όχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό, αλλά και απόλυτης εξουσίας: στη ζωή και στο θάνατο.

ΑΝΑΜΕΣΑ σ' αυτές τις δύο εξουσίες, την κοσμική των κυβερνητών και την κοσμική με μανδύα θεών, στοιχίζονται ο ένας πίσω από τον άλλον, όχι μόνο οι παππούδες και οι γιαγιάδες, αλλά αι γενεαί πάσαι.

ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ κι εδώ κι εκεί για να σώσουν το σώμα και την ψυχή τους, από την ίδια απειλή τρομοκρατούμενοι: Και κάτω οι καλοί και οι κακοί, και πάνω οι καλοί και οι κακοί. Και κάτω τρομοκράτες και πάνω τρομοκράτες.

ΚΑΘΩΣ απόσωναν οι στοιχισμένοι στις δυο ουρές και έφευγε το εκκλησίασμα, μία οικεία και αγαπημένη φωνή με ρώτησε: «Υπάρχει ελπίδα;» «Οχι», απάντησα.

«ΚΑΙ αν αντισταθούμε, και αν δεν υπακούσουμε, μπορούμε κάτι να αλλάξουμε;», επέμεινε η νηφάλια φωνή.

«ΙΣΩΣ, τους εαυτούς μας», είπα.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2010

Για τα παιδια

ΠΡΙΝ από δύο χρόνια, σαν σήμερα, μια σφαίρα πυροδοτούσε τον ξεσηκωμό του πιο άδολου, του πιο αδιάφθορου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας: της νεολαίας της.
Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ εκείνος, αυθόρμητος και ανοργάνωτος, αντλώντας ορμή από την αστραπιαία μετάδοση συναισθημάτων και συνθημάτων μέσα από τα τηλέφωνα και τα κομπιούτερ, ταρακούνησε τις μεγάλες πόλεις και την πρωτεύουσα, κυρίως, για μέρες, μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων.

ΕΚΕΙ, εντελώς ξαφνικά, έτσι ακριβώς όπως εξερράγη, ξεφούσκωσε. Εξαφανίστηκε. Χάθηκε μέσα στις αργίες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς σαν σχολική χρονιά, σαν εκδρομή, σαν διάττων αστέρας.

ΠΙΣΩ της είχε αφήσει ερειπωμένα μαγαζιά, καμένα αυτοκίνητα, εμπρηστικά συνθήματα, τρομοκρατημένους φύλακες και πρώην διώκτες, μισοκακόμοιρους εξουσιαστές, που ψέλλιζαν συγγνώμες, γονείς που καμάρωναν τα παιδάκια τους και καταριόντουσαν την κάθε είδους εξουσία και μια χώρα ολοφυρόμενη, που ανακάλυπτε σε πόσο άδικα χέρια είχε αφήσει την τύχη της ζωής της.

ΤΙ απογίναν όλα αυτά; Πού πήγαν τόσο πάθος, τόση πίστη, τόση ορμή, τόση ρητορεία; Πού πήγαν τόσα συνθήματα και ελπίδες; Σε τι εξελίχθηκε η εξέγερση εκείνου του Δεκέμβρη για όλους εκείνους που μετείχαν και όλους εκείνους που καμαρώναν από πίσω απ' τις κουρτίνες;

ΟΙ τράπεζες κλέβουν τον ίδιο τόκο και με τους ίδιους όρους όσους έχουν γραπώσει για τα καλά απ' τους πολίτες. Ολους μας δηλαδή. Κι οι αστυνόμοι δέρνουν με το ίδιο μένος μικρά παιδιά και συνταξιούχους, καθηγητές, εργάτες και υπαλλήλους. Οι μεγαλέμποροι αισχροκερδούν το ίδιο κι οι βιομήχανοι κινούν τις μηχανές με το διπλάσιο και τριπλάσιο περιθώριο κέρδους από τους Γερμανούς και Σουηδούς ομολόγους τους.

ΟΙ ανάξιοι κι οι ράθυμοι και οι επιπλέοντες φελλοί επικρατούν στο ίδιο ποσοστό μες στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις υπηρεσίες, τα δημόσια πράγματα και τους κοινωφελείς οργανισμούς, όπως και πριν, εντεταγμένοι τώρα και σε κινήματα αντίστασης κατά του Μνημονίου και της ξενόφερτης ακρίδας.

ΚΑΙ οι πολιτικοί, που αρχικά φοβόντουσαν και να κυκλοφορήσουν ανοιχτά, τώρα ξεθάρρεψαν και μας κουνάν το δαχτυλάκι δασκαλίστικα, αυτοπωλούμενοι ως σωτήρες κι αντιστασιακοί στις τρόικες και τα μεγάλα funds, που απειλούν να καταπιούν τη χώρα.

ΤΟΤΕ, πριν από δύο χρόνια, η πλήρης οπισθοχώρηση του κράτους, μπροστά στο έγκλημα που είχε κάνει, άφησε την ορμή των νέων να παρασύρει σαν ποτάμι ό,τι πιο σάπιο είχε να επιδείξει. Ισαμε τις γιορτές των Χριστουγέννων. Γιατί μετά, η ίδια η σαπίλα ξανασκαρφάλωσε στο θρόνο και κυβερνά από παντού, κουνώντας με θράσος το δαχτυλάκι δασκαλίστικα.

ΤΟ ερώτημα δεν είναι πού πήγαν τα παιδιά, που ήτανε ήδη οργανωμένα, ούτε εκείνα, τα λίγα, που διάλεξαν το δρόμο του αντάρτικου. Το ερώτημα είναι πού πήγαν οι δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, που έλεγαν ή ήλπιζαν ή εμείς ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γίνονταν κάποιοι άλλοι. Καλύτεροι από αυτούς που σιωπούν, κλέβουν, λουφάρουν και κυβερνάνε. Και προπαντός, καλύτεροι από μας.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2010

Ο αυτοεξευτελισμός

ΜΕ τη χθεσινοβραδινή της πολιτική απόφαση η ένωση των 15 κρατών του ευρώ άνοιξε το δρόμο για επιμήκυνση του ελληνικού χρέους για τουλάχιστον 6 χρόνια, μέχρι το 2021.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ αυτή μαρτυρά τη σοβαρότητα με την οποία παίρνονται οι αποφάσεις και μπαίνουν οι υπογραφές, όχι σε ελληνικό επίπεδο, όπου έχουμε συνηθίσει πια από τα φαινόμενα επιπολαιότητας, αλλά σε επίπεδο δήθεν σοβαρό, ευρωπαϊκό.

ΟΧΤΩ μόλις μήνες μετά την υπογραφή του Μνημονίου με την τρόικα -του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ε.Ε.- οι σοβαροί αυτοί παράγοντες, που δήλωναν με επίταση ότι η Ελλάδα θα αποπλήρωνε το χρέος της στη συμφωνημένη ώρα και με τις αλλαγές που επιβλήθηκαν, έκαναν στροφή 180 μοιρών.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΑΝ και αυτοί εκείνο που φώναζαν και φωνάζουν όλοι οι εχέφρονες ανά την Ελλάδα και έξω απ' αυτήν, ότι δεν είναι δυνατόν να ξεπληρώσει ένα χρέος 125 δισ. σε δύο (2) χρόνια (2014-2015) μία χώρα, που τα προηγούμενα τρία χρόνια θα έχανε το ένα πέμπτο του εργασιακού της δυναμικού, το 50% της μικρομεσαίας επιχείρησης, το 20% των συνολικών καταθέσεων των τραπεζών, το 105% της ανάπτυξής της και το 30% της οικονομικής επιφάνειας των νοικοκυριών. Γιατί αυτή είναι μια αισιόδοξη εικόνα της Ελλάδας του 2013 με τους σημερινούς ρυθμούς εφαρμογής του Μνημονίου.

Η ΣΤΑΣΗ της ελληνικής κυβέρνησης, που υπέγραψε ένα τέτοιο Μνημόνιο, δεν εκπλήσσει. Εκεί που έφτασε τη χώρα με την παιδαριώδη διαχείριση του οικονομικού εκτρώματος, που κληρονόμησε -εν γνώσει της- από την προηγούμενη ανεκδιήγητη κυβέρνηση, η παρούσα δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς.

ΠΡΩΤΑ απειλούσε με κάποιο πιστόλι τα κοράκια των κεφαλαίων και στη συνέχεια, αφού άφησε 6 πολύτιμους μήνες χωρίς να αντλήσει χαμηλότοκα κεφάλαια -που μπορούσε- και χωρίς να αγγίξει το κράτος-έκτρωμα, που συνδημιούργησε με τη Ν.Δ. επί 30 χρόνια, αυτοκτόνησε.

ΓΙΑ την ακρίβεια πυροβόλησε τον ελληνικό πληθυσμό. Γιατί οι κυβερνήσεις δεν αυτοκτονούν ποτέ. Το πολύ πολύ να καταψηφιστούν ή να την κοπανήσουν, όπως έκανε η προηγούμενη.

ΑΛΛΑ, όπως προείπα, δεν είναι η ελληνική κυβέρνηση το θέμα. Είναι οι θρυλούμενοι ως σοβαροί Ευρωπαίοι. Οι οποίοι έπρεπε να φτάσουν στο σημείο να δουν με τα ματάκια τους -διά των επιθεωρητών- αυτό που υποτίθεται ότι έπρεπε να ξέρουν ως δανειστές και ως ελεγκτές εταίροι στην Ε.Ε., εδώ και 29 χρόνια!

ΟΤΙ δηλαδή η ελληνική οικονομία στηρίζεται στην αμοιβαία κλοπή των πολιτών της, στην αμοιβαία εξαπάτηση των πολιτών της, στον ιδρυματισμό του ενός εβδόμου του εργαζόμενου πληθυσμού, στην υπεξαίρεση και διασπάθιση του δημόσιου χρήματος από τους πολιτικούς της υπέρ εαυτών και ψηφοφόρων υπαλλήλων, στα αδήλωτα κέρδη και την αδήλωτη εργασία και στην κλοπή μεγάλου μέρους των κοινοτικών πόρων.

ΑΥΤΗ ήταν και είναι η Ελλάδα: Ο κλέψας του κλέψαντος μέχρι το μεδούλι. Και δεν το ανακάλυψαν τώρα ούτε οι Ελληνες ούτε οι Ευρωπαίοι. Απλώς, στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων αντί να κάθεται η ωριμότητα και η σοβαρότητα, κάθεται από τη μία πλευρά η εμπάθεια και η κομπορρημοσύνη της μεγαλομανίας και από την άλλη η κακομοιριά του ραγιά.

ΣΕ μια πραγματικά αχρείαστη συναλλαγή. Γιατί δεν χρειαζόταν να έρθει όπως τώρα καμία τρόικα για να μας υποχρεώσει να κάνουμε το ίδιο μας το κράτος χώρα υπηρεσιών και εργασίας και χώρα κοινωνίας αντί για εγωπαθές λησταρχείο.

ΘΑ έπρεπε να το είχαμε κάνει μόνοι μας. Για μας. Γιατί δεν το χρωστάμε ούτε στη Μέρκελ ούτε στον Στρος-Καν. Το χρωστάγαμε στους εαυτούς μας. Τόσο τους εκτιμούσαμε.